Απο τον ανθρωπο στον Brandθρωπο.

“Brand είναι αυτό που λέει ο κόσμος για εσένα, όταν δεν είσαι μπροστά.”. Αυτό δεν το λέω εγώ. Το λέει ο Jeff Bezos. Ο ιδρυτής της Amazon και πλουσιότερος άνθρωπος του πλανήτη.

Σύμφωνα με αυτό τον ορισμό λοιπόν, με τον οποίο συμφωνώ, Brand δεν είσαι ούτε εσύ, ούτε η εταιρία σου. Είναι η ιδέα που έχει ο κόσμος για εσένα. Αυτό που πιστεύει πως είσαι, όχι αυτό που είσαι.

Σκέψου κάτι.

Τι κάνει κάποιος στα social media; Ας πάρουμε το Instagram για παράδειγμα. Τι ανεβάζει ο μέσος χρήστης εκεί;

Θα σου πω εγώ.

Ανεβάζει τις καλύτερες selfies που έχει καταφέρει να βγάλει. Ανεβάζει φωτογραφίες από τα καλύτερα πιάτα που έχει γευτεί. Ανεβάζει υπέροχες φωτογραφίες από τα ταξίδια που έχει κάνει.

Ανεβάζει ουσιαστικά τα highlights της ζωής του, θα μπορούσαμε να πούμε.

Σωστά;

Και αυτή είναι η καλή πλευρά. Γιατί υπάρχουν και οι χρήστες που ανεβάζουν φωτογραφίες από ταξίδια που έχουν πάει άλλοι, πιάτα από φαγητά που τρώνε άλλοι και γενικά φωτογραφίες που δεν τράβηξαν ποτέ.

Γιατί όλα αυτά; Γιατί κάποιος να θέλει να δείξει πως ζει μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζει;

Branding.

Όλοι μας θέλουμε όταν κάποιος μιλάει για εμάς, να αναφέρεται με τα καλύτερα λόγια. Να είναι εντυπωσιασμένος. Να “ζηλεύει” τη ζωή που “κάνουμε”.

Όλα αυτά, προκύπτουν από το βαθύ κενό και την ανασφάλεια που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος. Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Αλλά δε θέλω να το δω φιλοσοφικά ή ψυχολογικά το θέμα.

Στη νέα πραγματικότητα που ζούμε, κάθε κίνηση που κάνει κάποιος πρέπει να είναι πολύ μετρημένη. Φυσικά, η ανάγκη για επίδειξη και προσωπικό “branding” δεν είναι κάτι νέο. Πάντα έτσι ήταν ο άνθρωπος.

Απλά σήμερα υπάρχουν πολλά μέσα για να γίνει κάτι τέτοιο. Κάθε μας κίνηση καταγράφεται και βρίσκεται εκεί έξω για όλους να τη δουν. Ακόμα και αυτές που δε θέλουμε να αποκαλυφθούν καμιά φορά.

Έτσι έχουμε όλοι μας (φυσικά και γενικεύω, για να δώσω έμφαση) μετατραπεί σε branding machines. Η ανάγκη μας για προβολή είναι μεγαλύτερη από ποτέ.

Γιατί όμως; Γιατί, σήμερα, το φαινόμενο αυτό έχει μεγεθυνθεί τόσο πολύ;

Η απάντηση νομίζω βρίσκεται στα ίδια τα μέσα. Αυτός που κάνει σωστό branding του εαυτού του (έστω και κάλπικο) έχει κάποιο κοινό που τον ακολουθεί. Αυτό το κοινό, νιώθει μειονεκτικά μπροστά στο θέαμα.

“Κοίτα η Μαρίνα. Πάλι ταξιδάκι. Ζωάρα που κάνει ρε φίλε…”

“Που σκατά βρίσκει ο Παναγιώτης τα λεφτά ρε συ. Πάλι σε ακριβό εστιατόριο σήμερα..”

Η ζωή μου λοιπόν φαντάζει πολύ λίγη μπροστά στη δική σου. Την έκδοση που μου παρουσιάζεις τουλάχιστον.

Μια πρόχειρη φωτογραφία από το μεσημεριανό μου. Πάλι γαρίδες;;

Σε απάντηση λοιπόν, προσπαθώ να κάνω καλύτερο branding για τον εαυτό μου. Ακόμα και αν χρειαστεί να “κλέψω”. Και το σπιράλ δεν έχει τέλος.

Όλοι ζηλεύουν την πλαστή εκδοχή της ζωής ενός άλλου.

Να! Ένα κορίτσι ανέβασε μια αυθόρμητη φωτογραφία από χθες βράδυ.

Γιατί κανείς δεν μοιράζεται την πραγματική ζωή του στα social media. Και δεν φταίει αυτός.

Τα social media δεν υπάρχουν για να “παίρνεις μάτι” τη ζωή του άλλου στο σύνολο της. Ο κόσμος τα έχει μπερδέψει λίγο.

Η ελπίδα μου είναι πως ο λόγος που συμβαίνει αυτό, είναι πως τα social media μπήκαν στη ζωή μας σχετικά πρόσφατα“, έλεγα πριν 5 χρόνια.

Άλλα πλέον πιστεύω πως ο κόσμος μάλλον το έχει ανάγκη όλο αυτό. Κάπως πρέπει να γεμίσει το κενό. Το όποιο κενό έχει ο καθένας μας.

Βέβαια, αυτό με κάνει και αναρωτιέμαι. Είμαστε το brand του εαυτού μας τελικά; Και πότε είμαστε εμείς; Σε ποιες καταστάσεις και σε ποια άτομα αισθανόμαστε την ανάγκη να αποκαλύψουμε τον πραγματικό μας εαυτό;

Υπάρχει άραγε κάτι τέτοιο; Ο πραγματικός μας εαυτός;

Ή μήπως τελικά ο εαυτός μας είναι όλα αυτά μαζί; Η κάθε του έκφανση. Μήπως τελικά το πρόβλημα κρύβεται στην ποσόστωση όλων αυτών;

Όπως και να έχει, νομίζω πως είναι ξεκάθαρο πως κανένας από εμάς δεν μεταφέρει τον πραγματικό του εαυτό και την πραγματική του ζωή οnline. Όσο και αν το θέλει, δεν υπάρχουν (ακόμα) τα εργαλεία για κάτι τέτοιο. Αλλά οι περισσότεροι πιστεύω δεν το θέλουν έτσι και αλλιώς. Δεν είναι αυτός ο στόχος, όταν φτιάχνω έναν Instagram account.

Θέλω να με παρουσιάσω από μια πολύ συγκεκριμένη οπτική γωνία. Όπως στις ταινίες, που το καδράρισμα κρύβει όλο το μπάχαλο που γίνεται γύρω από την σκηνή που γυρίζεται. Ρούχα, κάμερες, φώτα, κόσμος. Όλα είναι όπως λέμε “πίσω από τις κάμερες”.

Αυτό είναι και η μαγεία του κινηματογράφου. Σήμερα οι ζωές όλων μας έχουν γίνει μια ταινία. Δεν θέλουμε να βλέπει κανείς πίσω από την κάμερα. Πίσω από το κάλπικο χαμόγελό μας. Δεν θέλουμε να είμαστε ευάλωτοι.

Αν δεν είσαι όμως ευάλωτος, πως θα χτίσεις μια ουσιαστική σχέση με κάποιον άλλο;

Ξέφυγα πάλι. Τι λέγαμε;
Α ναι. Για την οπτική γωνία.

Η οπτική γωνία του καθενός διαφέρει. Άλλοι θέλουν να δείξουν πόσο όμορφα περνούν. Άλλοι πόσο φανταστικοί και σκεπτόμενοι άνθρωποι είναι. Άλλοι το βλέπουν πιο επαγγελματικά.

Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια κοινωνία που κανείς δεν την προετοίμασε για κάτι τέτοιο. Μια κοινωνία που έπεσε με τα μούτρα, και μάλλον τα έφαγε τελικά.

Αυτό όμως που με ανησυχεί περισσότερο είναι η γενιά του 1995 και μετά. Η γενιά δηλαδή που δεν μεγάλωσε γνωρίζοντας την νέα αυτή πραγματικότητα. Αλλά ζώντας μέσα της και μεγαλώνοντας μαζί της. Η γενιά που δεν έχει σημείο αναφοράς και σύγκρισης.

Πιο απλά.

Φανταστείτε πως τα παιδιά σήμερα, δεν ξέρουν πώς είναι να μην έχεις κινητό τηλέφωνο και πρόσβαση στο internet. Έχουν ως βασικό τρόπο επικοινωνίας το messaging και δεν μπορούν να διανοηθούν πως θα είναι offline για περισσότερο από κάποιες ώρες.

Εδώ οι μικροί μας φίλοι παίζουν στο διάλειμμα.

Αυτό μπορει και να είναι οκ, θα πει κάποιος. Αυτή είναι η εποχή τους, και σε αυτή ζουν. Και δεν θα διαφωνήσω ιδιαίτερα με αυτό το επιχείρημα.

Το ζήτημα είναι, αν είναι προετοιμασμένα, να ζουν σε αυτή την εποχή, όταν την προετοιμασία τους την έχουν αναλάβει γονείς και δάσκαλοι που δεν έχουν επαφή με αυτή.

Μου είναι αδιανόητο ότι τα παιδιά σήμερα δεν κάνουν “social media” στα σχολεία. Να μάθουν τι συμβαίνει, πώς συμβαίνει και πώς να αντιμετωπίσουν το κάθε τι.

Να μάθουν, πως στο διαδίκτυο θα γνωρίσεις μάλλον το “brand” κάποιου και όχι τον ίδιο. Να κατανοήσουν την αξία της IRL επαφής.

Με έχασες λίγο; Δεν ξέρεις τι είναι το IRL ε;

Ρώτα το παιδί σου. Ξέρει.

Εμείς παλιά το λέγαμε AFK. Τότε, που το Internet δεν ήταν mainstream και ήταν λιγότερο τρομακτικό.